Skip to main content

Νέα

02 Φεβρουαρίου 2022

Από τη δεκαετία του 1970, το φαινόμενο των απαγωγών παιδιών από τον ένα γονέα έχει αυξηθεί. Η παγκοσμιοποίηση και οι εξελίξεις στο οικογενειακό δίκαιο, ιδίως η γενικευμένη απόδοση κοινής γονικής μέριμνας σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου, έχουν ως αποτέλεσμα το φαινόμενο αυτό να συνεχίζει να αυξάνεται τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τις αστικές πτυχές της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "Σύμβαση της Χάγης" ή HC80) αποτελεί το κύριο νομικό μέσο στον τομέα αυτό, δεδομένου ότι δεσμεύει σήμερα 100 κράτη και μεταξύ άλλων και την Ελλάδα.

Μια μελέτη που διεξήχθη από τον καθηγητή Nigel Lowe (Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ) και τη Victoria Stephens διαπίστωσε ότι στο πλαίσιο του HC80, το 2015 υποβλήθηκαν 2.270 αιτήσεις επιστροφής. Η μελέτη συνέχισε να διαπιστώνει ότι: το 73% των απαγωγών έγινε από τη μητέρα- η διαδικασία έληξε με την επιστροφή του παιδιού στο 45% των περιπτώσεων, εκ των οποίων το 17% ήταν οικειοθελείς επιστροφές και το 28% ήταν επιστροφές που διατάχθηκαν από το δικαστήριο- το 14% των αιτήσεων αποσύρθηκαν στη συνέχεια.

Η πρόσφατη αύξηση των δι-εθνικών ζευγαριών αποτελεί δυστυχώς επίσης αιτία της αύξησης του αριθμού των περιπτώσεων απαγωγής.

Μεταξύ των συνηθέστερων καταστάσεων απαγωγής είναι εκείνες στις οποίες ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια αποφασίζει να μετακομίσει στο εξωτερικό (κυρίως για να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του) χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου γονέα που έχει τα γονικά δικαιώματα- ή όταν ο γονέας που έχει τα δικαιώματα επικοινωνίας αποφασίζει να κρατήσει τα παιδιά στο εξωτερικό στο τέλος των διακοπών. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς ποια νομικά μέσα είναι διαθέσιμα για να επιβάλει τα δικαιώματά του.

Ο κύριος σκοπός της HC80 είναι να αποκαταστήσει το status quo ante, δηλαδή να εξασφαλίσει την επιστροφή του παιδιού που έχει απομακρυνθεί ή κατακρατηθεί παράνομα, και να διασφαλίσει ότι τα υφιστάμενα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας σε ένα συμβαλλόμενο κράτος γίνονται σεβαστά σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη (άρθρο 1 HC80).

Η διαδικασία

H HC80 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις παράνομης απομάκρυνσης ή κατακράτησης παιδιού έως την ηλικία των 16 ετών (άρθρο 4 HC80). Η απομάκρυνση ή η κατακράτηση θεωρείται παράνομη εάν παραβιάζει το δικαίωμα επιμέλειας ενός προσώπου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από την απομάκρυνση ή την κατακράτηση και το δικαίωμα αυτό ασκούνταν αποτελεσματικά κατά τον χρόνο της απομάκρυνσης ή της κατακράτησης (άρθρο 3 HC80).

Ο γονέας του οποίου τα δικαιώματα επιμέλειας έχουν παραβιαστεί με την απομάκρυνση του παιδιού μπορεί να υποβάλει αίτηση επιστροφής είτε στην Κεντρική Αρχή της χώρας συνήθους διαμονής του παιδιού (αμέσως πριν από την απομάκρυνση) είτε στην Κεντρική Αρχή οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου κράτους, συμπεριλαμβανομένης της χώρας στην οποία βρίσκεται το παιδί μετά την απαγωγή (άρθρο 8 HC80).

Η αρμόδια Κεντρική Αρχή της Ελβετίας είναι το Ομοσπονδιακό Γραφείο Δικαιοσύνης. Η ελληνική αρμόδια αρχή είναι το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Είναι επίσης δυνατόν να ασκηθεί δικαστική αγωγή απευθείας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου χωρίς να περάσει από την κεντρική αρχή.

Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις (άρθρο 3 παράγραφος 1, άρθρο 4 και άρθρο 12 HC80) της Σύμβασης και εάν δεν ισχύει καμία εξαίρεση (άρθρο 13 HC80), η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να διατάξει την άμεση επιστροφή του παιδιού (άρθρο 12 παράγραφος 1 HC80). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαστής δεν θα αποφανθεί επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, αλλά αποκλειστικά για την επιστροφή του παιδιού.

Τα δικηγορικά μας γραφεία είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή αίτημα για βοήθεια σε αυτό το θέμα. Χάρη στο δίκτυο των δικηγόρων μας στην Ελβετία, την Ελλάδα, αλλά και αλλού στην Ευρώπη και σε όλον τον κόσμο (ΗΠΑ, Καναδάς κλπ) , θα μπορέσουμε να σας κατευθύνουμε να αντιμετωπίσετε μία τέτοια κατάσταση.

 

25 Ιανουαρίου 2022

Αυτό που συνέβη με την Αττική οδό  στις 24 και 25 Ιανουαρίου 2022 είναι πρωτόγνωρο και έχει επιφέρει πλείστες όσες πρακτικές, οικονομικές και νομικές συνέπειες.

Η αποζημίωση των 2.000€ για τους εγκλωβισμένους που παρέμειναν μέχρι και 20 ώρες στα οχήματα τους είναι ευπρόσδεκτη αλλά όχι αρκετή. Επίσης δεν καλύπτει τις όχι ευκαταφρόνητες "παράπλευρες απώλειες" αυτών που δεν μπόρεσαν να μεταβούν στον προορισμό τους, που έχασαν τις πτήσεις τους, που με την πέραν πάσης λογικής πολύωρη καθυστέρηση η αδυναμία προσέλευσης υπέστησαν απώλειες, αναβολές και  ματαιώσεις, ακόμη κι αν δεν ήταν στον κύριο κορμό των άτυχων που εγκλωβίστηκαν στον αυτοκινητόδρομο.

Ωστόσο τόσο το εθνικό όσο και το Ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προσδιορίζουν κατά την γνώμη μας επαρκώς την ευθύνη του φορέα διαχείρισης του αυτοκινητόδρομου πέραν της "αποζημίωσης" που βιαστικά εξαγγέλθηκε (και μόνο για τους εγκλωβισμένους) και την  οποία εν πάσει περιπτώσει θεωρούμε ανεπαρκή.  

Το γραφείο μας, με ιδιαίτερη πείρα στις ομαδικές αγωγές, και έχοντας μεταξύ άλλων την εμπειρία της πολύ επιτυχημένης κατάληξης των καταθετών με προϊόντα Lehmann Brothers  και πολλά άλλα κυρίως τραπεζικά προϊόντα προσανατολίζεται ήδη σε καταθέσεις εμπεριστατωμένων αγωγών ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων  για αποζημιώσεις  κατά της Αττικής οδού για λογαριασμό πελατών του που υπέστησαν θετικές και αποθετικες ζημιές από τα αποτελέσματα της κακής διαχείρισης της κατάστασης αυτές τις μέρες.

Παραμένουμε στην διάθεση των ενδιαφερομένων πελατών μας για να τους συνδράμουμε με κάθε περαιτέρω διευκρίνηση η πληροφορία χωρίς φυσικά καμία  υποχρέωση από  μέρους τους γι αυτό το θέμα το οποίο έχει  πολύπλευρες συνέπειες και ταλαιπώρησε αφάνταστα  παρά πολλούς συμπολίτες μας υλικά, ηθικά ψυχικά αλλά και οικονομικά...

22 Οκτωβρίου 2021

Με την απόφασή της No 4/2019 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις 18ης Απριλίου 2019 αποφάνθηκε ότι οι δανειακές συμβάσεις με ρήτρα Ελβετικού φράγκου δεν είναι καταχρηστικές και έτσι πάγωσε την διαδικασία δικαίωσης πολλών μικρομεσαίων δανειοληπτών που αναζητούσαν ακύρωση των συμβάσεων τους μέσω της Ελληνικής δικαιοσύνης. Η ίδια Ολομέλεια δεν δέχτηκε να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστηριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων και έτσι το θέμα σταμάτησε τότε ουσιαστικά υπέρ των τραπεζών.

Ομως δύο προσφατα γεγονότα ήρθαν να ανατρέψουν τα μέχρι τώρα δεδομένα και να δώσουν ελπίδα σε πολλούς  μικρομεσαίους δανειολήπτες που είναι αναγκασμένοι να εξοφλούν δάνεια που έλαβαν εκείνον τον καιρό με όρους που δεν μπορούσαν κάν να φανταστούν τότε. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων μετά από προδικαστικά ερωτήματα Γαλλικών δικαστηρίων απεφάνθη στις αρχές του καλοκαιριού του 2021 ότι δεν είναι δυνατόν να μην εξηγείται και διευκρινίζεται σαφώς ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον δανειολήπτη ούτε μπορεί να υφίσταται απεριόριστη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειολήπτη. Στο μεταξύ και παρά την αντίθετη θέση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η 1599/20 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών στρέφεται με προδικαστικό ερώτημά της πρός το Ευρωπαικό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου το οποίο στην περίπτωση της Γαλλίας φαίνεται να δείχνει κατανόηση πρός τους δανειολήπτες.  

Ωστόσο η (πιθανώς) μεγάλη ανατροπή έρχεται στο τέλος αυτού του χρόνου με την κατάργηση του Libor, ενός αμφιλεγόμενου δείκτη αναφοράς (στον οποίον στηρίζονται οι συμβάσεις αυτές) καί ο οποίος βαίνει πρός κατάργηση στο τέλος του 2021 υπο το βάρος πολλών ατασθαλειών με τις οποίες έχει συνδεθεί και πολλών δικαστικών αποφάσεων μεγάλου βεληνεκούς σε πολλές χώρες και μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ και από τους συνεργάτες μας στα πλαίσια του GJN, Lieff,Cabraser,Heimann & Bernstein και Keller Rohrback.  Εφ όσον λοιπόν το Libor καταργηθεί, τότε  θα πρέπει να αντικατασταθεί με ένα νέο εργαλείο αναφοράς το οποίο στην περίπτωση του Ελβετικού φράγκου θα φέρει το ακρωνύμιο SARON (από τα αρχικά Swiss average overnight) προκειμενου να χρησιμοποιείται στα δάνεια σε Ελβετικό φράγκο τα οποία φτάνουν τα 35 δισεκατομμύρια Ευρώ στις χώρες που έχουν συναφθεί (Γαλλία, Ολλανδία, Ελλάδα, Αυστρία και κάποιες ανατολικές χώρες). Αυτό ομως θα πρέπει να εφαρμοστεί με Ευρωπαικό κανονισμό στα κράτη μέλη πρίν από το τέλος του χρόνου, πράγμα αντικειμενικά δύσκολο δεδομένων των αντιρρήσεων ορισμένων κρατών μελών και τεχνικών και άλλων επιπλοκών σε Ευρωπαικό επίπεδο.

Στην περίπτωση που ένας Ευρωπαικός Κανονισμός δεν μπορέσει να εκδοθεί πρίν από την απόσυρση του Libor, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι οι τράπεζες δεν έχουν το δικαίωμα  μονομερώς να μετατρέψουν τις συμβάσεις των δανειοληπτών αφαιρώντας την αναφορά στο  Libor  με συνέπεια αυτές οι δανειακές συμβάσεις να μείνουν μετέωρες ως πρός αυτον τον μηχανισμό αναφοράς ο οποίος δεν θα υπάρχει πιά. Το γραφείο μας με πρωταγωνιστικό ρόλο στην δικαστική διεκδίκηση ακύρωσης των δανειακών συμβάσεων με ρήτρα Ελβετικού φράγκου, μελετά σε βάθος τόσο τις συνέπειες από την επερχόμενη κατάργηση του Libor όσο και από τις εξελίξεις σε Ευρωπαικό επίπεδο ιδιίως μετά τις προδικαστικές αποφάσεις του φετεινού καλοκαιριού από το Δικαστήριο Των Ευρωπαικών Κοινοτήτων και τον αναπόφευκτο αντίκτυπο αυτών των γεγονότων στις δανειακές συμβάσεις των εντολέων μας.       

14 Ιουλίου 2021

Ο πρόεδρος της Ελβετίας, Guy Parmelin, ανακοίνωσε στις 26 Μαΐου 2021 το τέλος των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακολούθησε σύνοδος κορυφής στις Βρυξέλλες στις 23 Μαΐου 2021, όπου ο Parmelin και η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κα Von der Leyen, συναντήθηκαν. Καμία από τις συζητήσεις δεν μπόρεσε να φέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα στα σημεία διαφωνίας.

Επί του παρόντος, υπάρχουν πέντε διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ελβετίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τις χερσαίες και αεροπορικές μεταφορές και τη γεωργία.

Η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ της Ελβετίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συζητείται από το 2002, αποτελεί τη λύση για την επικαιροποίηση και την αρμονική εφαρμογή της διμερούς πορείας. Από το 2014 είχαν ξεκινήσει συζητήσεις σχετικά με μια πιθανή θεσμική συμφωνία που θα έφερνε πιο κοντά το ελβετικό και το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Αυτό θα επέτρεπε, ιδίως, την ομογενοποίηση των ρυθμίσεων που αφορούν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και σε θέματα μισθών ή ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων.

Το εν λόγω κείμενο προέβλεπε επίσης διαδικασία επίλυσης διαφορών σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Ελβετίας και της ΕΕ. Σήμερα, εάν προκύψει πρόβλημα μεταξύ των δύο μερών, καμία εξωτερική οντότητα δεν μπορεί να παρέμβει για να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις.

Η Ελβετία ήταν επιφυλακτική, διότι μια τέτοια συμφωνία-πλαίσιο με την ΕΕ θα οδηγούσε αναμφίβολα σε νομικές αλλαγές μέσω της υιοθέτησης του δικαίου της ΕΕ. Αλλά κυρίως λόγω βαθιών διαφωνιών δεν μπόρεσε να υπογράψει τη συμφωνία, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελβετία δεν έχουν την ίδια ερμηνεία της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, η οποία είναι πιο φιλελεύθερη για την Ένωση. Με το κείμενο αυτό, η Ελβετία θα έπρεπε να έχει μεταφέρει την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ιθαγένεια. Αν ήταν έτσι, οι Ευρωπαίοι που εγκαταστάθηκαν στην Ελβετία θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση στο ελβετικό κοινωνικό σύστημα από ό,τι σήμερα.

Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, η Ελβετία ήθελε επίσης να προστατεύσει τους μισθούς της μέσω των συνοδευτικών μέτρων. Σήμερα, εάν μια ευρωπαϊκή εταιρεία θέλει να στείλει έναν αποσπασμένο εργαζόμενο στην Ελβετία, πρέπει να ειδοποιήσει τη διοίκηση οκτώ ημέρες νωρίτερα. Με τη συμφωνία-πλαίσιο, η περίοδος αυτή θα μειωθεί σε τέσσερις μόνο ημέρες. Η Ελβετία θεωρεί ότι η περίοδος αυτή είναι πολύ σύντομη για να επιτρέψει στους επιθεωρητές εργασίας να ελέγξουν ότι δεν υπάρχει μισθολογικό ντάμπινγκ. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδυνάμωση του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στην Ελβετία.

Μία από τις επιπτώσεις του τέλους αυτών των διαπραγματεύσεων αφορά τον κλάδο της ιατρικής τεχνολογίας. Έχοντας χάσει την ελεύθερη πρόσβασή του στην εσωτερική αγορά της ΕΕ και ως αποτέλεσμα του νέου κανονισμού της ΕΕ για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, αυτός ο κλάδος της ελβετικής βιομηχανίας αποτελεί πλέον τρίτη χώρα.

Αυτό σημαίνει ότι θα επιβληθούν αυστηρότερες απαιτήσεις στις ελβετικές εταιρείες κατά την εξαγωγή ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Ως τρίτη χώρα, οι εταιρείες θα πρέπει να επωμιστούν μεγαλύτερο διοικητικό βάρος και να επιβαρυνθούν με πρόσθετο κόστος ή να διορίσουν αντιπροσώπους σε κάθε κράτος μέλος. Η έλλειψη πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά καθιστά τις εξαγωγές πιο δαπανηρές και διαδικαστικές.

Θα επηρεαστούν και άλλοι τομείς, όπως η γεωργία, η ασφάλεια των τροφίμων και η εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας.

Η εγκατάλειψη του εν λόγω σχεδίου συμφωνίας ενέχει τον κίνδυνο να βλάψει τις σχέσεις μεταξύ της Ελβετίας και της ΕΕ, δεδομένου ότι η ΕΕ είχε εξαρτήσει οποιαδήποτε άλλη διμερή συμφωνία πρόσβασης στην αγορά από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου. Η τελευταία είχε ως στόχο να ρυθμίσει πτυχές της ενιαίας αγοράς στην Ελβετία, η οποία, από εμπορική άποψη, είναι απαραίτητη. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο κύριος οικονομικός εταίρος της Ελβετίας, οι σχέσεις εισαγωγών και εξαγωγών με την Ελβετία, αν δεν διευκολυνθούν, κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν μακροπρόθεσμα.

Ολόκληρη η ομάδα της European Legal Consultancy είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή αίτημα βοήθειας σχετικά με το θέμα αυτό.