Νέα
Οι επιβάτες οι οποίοι έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του διοργανωτή του ταξιδιού τους προκειμένου να τους επιστραφεί το αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων δεν μπορούν να αξιώσουν επιστροφή των χρημάτων τους και από τον αερομεταφορέα
Μια τέτοια σώρευση θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη υπερπροστασία των επιβατών εις βάρος του αερομεταφορέα
Στις 19 Μαρτίου 2015, τρία άτομα πραγματοποίησαν στην Hellas Travel, ταξιδιωτικό πρακτορείο εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες, κράτηση πτήσεων μετ’ επιστροφής μεταξύ Eelde (Κάτω Χώρες)και Κέρκυρας (Ελλάδα). Οι πτήσεις αυτές αποτελούσαν μέρος «οργανωμένου ταξιδιού» το αντίτιμο του οποίου καταβλήθηκε στην Hellas Travel.
Οι πτήσεις θα εκτελούνταν από την Aegean Airlines, εταιρία εγκατεστημένη στην Ελλάδα, η οποία είχε συνάψει προς τούτο σύμβαση με την G.S. Charter Aviation Services, εταιρία εγκατεστημένη στην Κύπρο: η Aegaen Airlines έθετε στη διάθεση της G.S. Aviation Services ορισμένο αριθμό θέσεων έναντι ναύλου. H G.S. Charter μεταπώλησε τις θέσεις αυτές κατόπιν σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και στην Hellas Travel.
Ωστόσο, λίγες μέρες πριν από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία αναχώρησης, η Hellas Travelανακοίνωσε στους τρεις ταξιδιώτες ότι το ταξίδι τους ματαιωνόταν. Ειδικότερα, η Aegean Airlines,λόγω της αδυναμίας να λάβει το προσυμφωνηθέν με την Hellas Travel τίμημα, είχε αποφασίσει να παύσει να εκτελεί πτήσεις από και προς την Κέρκυρα. Στις 3 Αυγούστου 2016, η Hellas Travelκηρύχθηκε σε πτώχευση. Δεν επέστρεψε στους τρεις ταξιδιώτες το αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων.
Οι ως άνω ταξιδιώτες άσκησαν αγωγή ενώπιον του Rechtbank Noord-Nederland (πρωτοδικείουNoord-Nederland, Κάτω Χώρες), το οποίο υποχρέωσε την Aegean Airlines να τους καταβάλει, βάσει του κανονισμού 261/2004 για τα δικαιώματα των επιβατών αεροπορικών μεταφορών 1, κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τη ματαίωση της πτήσης τους.
Αντιθέτως, το ως άνω δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματός τους να τους επιστραφεί το αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων. Για το ζήτημα αυτό το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα στο Δικαστήριο. Ζητεί να διευκρινιστεί αν επιβάτης ο οποίος, δυνάμει της οδηγίας για τα οργανωμένα ταξίδια 2, μπορεί να στραφεί κατά του διοργανωτή του ταξιδιού του προκειμένου να του επιστραφεί το αντίτιμο του αεροπορικού εισιτηρίου μπορεί να ζητήσει, επί τη βάσει του κανονισμού, την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου από τον αερομεταφορέα.
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο τονίζει ότι το δικαίωμα επιστροφής χρημάτων που γεννάται δυνάμει της οδηγίας για τα οργανωμένα ταξίδια αρκεί για να αποκλείσει τη δυνατότητα
ενός επιβάτη, του οποίου η πτήση αποτελεί μέρος οργανωμένου ταξιδιού, να αξιώσει από τον πραγματικό αερομεταφορέα την επιστροφή του αντιτίμου του εισιτηρίου δυνάμει του κανονισμού.
Το Δικαστήριο εκτιμά, ειδικότερα, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θέλησε μεν να αποκλείσει εντελώς από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού τους επιβάτες των οποίων η πτήση αποτελεί μέρος οργανωμένου ταξιδιού, πλην όμως θέλησε να διατηρήσει για τους επιβάτες αυτούς τα αποτελέσματα του συστήματος το οποίο είχε θεσπιστεί προηγουμένως βάσει της οδηγίας για τα οργανωμένα ταξίδια και το οποίο κρίθηκε επαρκώς προστατευτικό.
Συνεπώς, οι αξιώσεις επιστροφής του αντιτίμου του εισιτηρίου βάσει του κανονισμού και βάσει της οδηγίας δεν μπορούν να σωρευθούν. Μια τέτοια σώρευση θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη υπερπροστασία του ενδιαφερόμενου επιβάτη, εις βάρος του πραγματικού αερομεταφορέα, ο οποίος θα διέτρεχε ειδικότερα τον κίνδυνο να υποχρεωθεί να αναλάβει μέρος της ευθύνης την οποία υπέχει ο διοργανωτής ταξιδίων.
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται επίσης στην περίπτωση που ο διοργανωτής ταξιδίων δεν είναι από οικονομικής απόψεως σε θέση να επιστρέψει το αντίτιμο του εισιτηρίου και δεν έχει λάβει μέτρα για να εξασφαλίσει την επιστροφή αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο τονίζει ότι η οδηγία προβλέπει ιδίως ότι ο διοργανωτής ταξιδίων πρέπει να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εξάλλου τη νομολογία του κατά την οποία μια εθνική ρύθμιση μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο τις υποχρεώσεις από την οδηγία μόνον εάν έχει ως αποτέλεσμα να εγγυάται πράγματι στους επιβάτες, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή ταξιδίων, την επιστροφή του συνόλου των καταβληθέντων. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος ταξιδιώτης έχει εν πάση περιπτώσει τη δυνατότητα να ασκήσει κατά του οικείου κράτους μέλους αγωγή αποζημιώσεως για τις ζημίες που υφίσταται λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης.
Ρύθμιση τηλεοπτικών εκπομπών στην ΕΕ
Ένα κράτος μέλος μπορεί, για λόγους δημόσιας τάξης όπως η καταπολέμηση της υποκίνησης μίσους, να επιβάλει την υποχρέωση να μη μεταδίδεται ή να μην αναμεταδίδεται, για ορισμένο χρονικό διάστημα, το πρόγραμμα τηλεοπτικού καναλιού άλλου κράτους μέλους παρά μ.
Η Baltic Media Alliance Ltd («BMA»), εταιρία καταχωρισμένη στα μητρώα του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταδίδει το πρόγραμμα του τηλεοπτικού καναλιού NTV Mir Lithuania, το οποίο προορίζεται για το λιθουανικό κοινό και περιλαμβάνει, κατά κύριο λόγο, εκπομπές στη ρωσική γλώσσα. Στις 18 Μαΐου 2016 η λιθουανική επιτροπή ραδιοφώνου και τηλεόρασης («LRTK») έλαβε,δυνάμει της λιθουανικής νομοθεσίας, μέτρο με το οποίο υποχρέωνε τους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες καλωδιακής ή διαδικτυακής μετάδοσης τηλεοπτικών εκπομπών στους Λιθουανούς καταναλωτές να μη μεταδίδουν, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, το πρόγραμμα του καναλιούNTV Mir Lithuania παρά μόνο στο πλαίσιο πακέτων με πρόσθετη χρέωση. Η απόφαση βασιζόταν στο γεγονός ότι ένα πρόγραμμα που είχε μεταδοθεί στις 15 Απριλίου 2016 στο επίμαχο κανάλι περιείχε υλικό το οποίο υποκινούσε σε εχθρότητα και εθνικό μίσος εις βάρος των βαλτικών χωρών.
Η BMA άσκησε ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (διοικητικού πρωτοδικείου του Βίλνιους, Λιθουανία) προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 18ης Μαΐου 2016,ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων 1, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ελευθερία λήψης και να μην εμποδίζουν την αναμετάδοση, στην επικράτειά τους,τηλεοπτικών εκπομπών προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη για λόγους όπως τα μέτρα κατά της υποκίνησης μίσους. Το ως άνω δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν μια απόφαση όπως αυτή που ελήφθη από την LRTK εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας.
Στο πλαίσιο της εξέτασης του γράμματος, των σκοπών, της όλης οικονομίας και του ιστορικού της θέσπισης της οδηγίας, και λαμβανομένης επίσης υπόψη της σχετικής νομολογίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν συνιστά εμπόδιο, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, εθνικό μέτρο το οποίο επιδιώκει, γενικώς, σκοπό δημόσιας τάξης και ρυθμίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες της διανομής τηλεοπτικού καναλιού στους καταναλωτές του κράτους μέλους λήψης, εφόσον οι πρακτικές αυτές λεπτομέρειες δεν εμποδίζουν την καθ’ εαυτήν αναμετάδοση του προγράμματος του εν λόγω καναλιού. Τούτο διότι ένα τέτοιο μέτρο δεν καθιερώνει δεύτερο έλεγχο των τηλεοπτικών εκπομπών του αντίστοιχου καναλιού, επιπλέον εκείνου τον οποίο οφείλει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος εκπομπής.
Όσον αφορά το επίμαχο μέτρο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι από τις παρατηρήσεις της LRTKκαι της Λιθουανικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι, με τη θέσπιση του λιθουανικού νόμου για την πληροφόρηση του κοινού, βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαΐου 2016, ο Λιθουανός νομοθέτης θέλησε να καταπολεμήσει την ενεργή διάδοση πληροφοριών που
απαξιώνουν το λιθουανικό κράτος και απειλούν την υπόστασή του ως κράτους, και επιδίωξε, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερα σημαντικής επιρροής της τηλεόρασης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, να προστατεύσει την ασφαλή ροή της πληροφόρησης στη Λιθουανία, αλλά και να εγγυηθεί και να διαφυλάξει το συμφέρον του κοινού για ορθή ενημέρωση. Μεταξύ των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται ο νόμος αυτός περιλαμβάνεται κάθε υλικό που παρακινεί σε ανατροπή της λιθουανικής συνταγματικής τάξης διά της βίας και σε προσβολή της κυριαρχικής εξουσίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, μέσω πολεμικής προπαγάνδας, υποκίνησης σε πόλεμο, μίσος, γελοιοποίηση ή ευτελισμό και ενθάρρυνσης των διακρίσεων, της χρήσης βίας ή των αντιποίνων εις βάρος ομάδας προσώπων ή μέλους αντίστοιχης ομάδας λόγω, μεταξύ άλλων, της εθνικότητάς τους.
Με τις παρατηρήσεις της, η LRTK διευκρίνισε ότι η απόφαση της 18ης Μαΐου 2016 ελήφθη επειδή ένα από τα προγράμματα τα οποία μεταδόθηκαν από το κανάλι NTV Mir Lithuania περιείχε ψευδείς πληροφορίες που υποκινούσαν σε εχθρότητα και εθνικό μίσος εις βάρος των βαλτικών χωρών, αναφορικά με την υποτιθέμενη συνέργεια Λιθουανών και Λεττονών στο Ολοκαύτωμα και με τη φερόμενη ως εθνικιστική και νεοναζιστική εσωτερική πολιτική των βαλτικών χωρών, η οποία αποτελεί, κατά το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, απειλή για τη ρωσική εθνική μειονότητα που ζει στις χώρες αυτές. Η LRTK υποστήριξε ότι η τηλεοπτική αυτή εκπομπή απευθυνόταν στοχευμένα στη ρωσόφωνη μειονότητα της Λιθουανίας και είχε ως σκοπό, μέσω διαφόρων τεχνικών προπαγάνδας, να επηρεάσει με αρνητικό και υπαινικτικό τρόπο τις απόψεις της κοινωνικής αυτής ομάδας σχετικά με την εσωτερική και εξωτερική πολιτική την οποία ακολουθούν η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας και η Δημοκρατία της Λεττονίας, να επιτείνει το χάσμα και την πόλωση στην κοινωνία καθώς και να αναδείξει τόσο την ένταση που έχουν δημιουργήσει στην Ανατολική Ευρώπη οι δυτικές χώρες όσο και τον ρόλο της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως θύματος.
Με βάση τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα μέτρο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη επιδιώκει, γενικώς, σκοπό δημόσιας τάξης.
Επιπλέον, όπως εξέθεσαν η LRTK και η Λιθουανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις τους, η απόφαση της 18ης Μαΐου 2016 ρυθμίζει αποκλειστικώς τις πρακτικές λεπτομέρειες της διανομής του προγράμματος του καναλιού NTV Mir Lithuania στους Λιθουανούς καταναλωτές. Παράλληλα, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της 18ης Μαΐου 2016 δεν αναστέλλει ούτε απαγορεύει την αναμετάδοση του προγράμματος του ίδιου αυτού καναλιού στη λιθουανική επικράτεια, δεδομένου ότι το πρόγραμμά του μπορεί, παρά την ως άνω απόφαση, να συνεχίσει να μεταδίδεται νομίμως στη Λιθουανία και ότι οι Λιθουανοί καταναλωτές εξακολουθούν να είναι σε θέση να το παρακολουθούν, υπό την προϋπόθεση ότι γίνονται συνδρομητές σε πακέτο με πρόσθετη χρέωση.
Κατά συνέπεια, ένα μέτρο όπως το επίμαχο εν προκειμένω δεν εμποδίζει την καθ’ εαυτήν αναμετάδοση, εντός του κράτους μέλους λήψης, των προερχόμενων από άλλο κράτος μέλος τηλεοπτικών εκπομπών του τηλεοπτικού καναλιού εις βάρος του οποίου ελήφθη το εν λόγω μέτρο. Το Δικαστήριο, καταλήγει, επομένως, ότι το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης η ελληνική νομοθεσία που απαγορεύει σε μοναχό που έχει την ιδιότητα του δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος να εγγραφεί στα μητρώα δικηγορικού συλλόγου, λόγω του ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορί
Στις 12 Ιουνίου 2015, ο Μοναχός Ειρηναίος, μοναχός στην Ιερά Μονή Πέτρας που βρίσκεται στην Καρδίτσα (Ελλάδα), ζήτησε με αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του Συλλόγου αυτού ως δικηγόρος που απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος, και ειδικότερα στην Κύπρο. Ο ΔΣΑ απέρριψε την αίτηση, βάσει των εθνικών διατάξεων σχετικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, εκτιμώντας ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν δικηγορία στην Ελλάδα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Ο Μοναχός Ειρηναίος προσέφυγε κατά της απόφασης του ΔΣΑ ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης η απαγόρευση εγγραφής μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί τη δικηγορία υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής.
Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο ερμηνεύει την οδηγία 98/5/ΕΚ, η οποία έχει ως σκοπό να διευκολύνει την επί μονίμου βάσεως άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου με την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή του εμμίσθου σε άλλο κράτος μέλος, διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκαν τα επαγγελματικά προσόντα. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η οδηγία καθιερώνει μηχανισμό αμοιβαίας αναγνώρισης των επαγγελματικών τίτλων των μετακινούμενων δικηγόρων οι οποίοι επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους βάσει του τίτλου που απέκτησαν στο κράτος μέλος καταγωγής, εναρμονίζοντας πλήρως τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης το οποίο αυτή παρέχει.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προσκόμιση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση από την οποία πρέπει να εξαρτάται η εγγραφή του ενδιαφερομένου στα μητρώα του κράτους μέλους υποδοχής και υπό την οποία του επιτρέπεται να ασκεί το επάγγελμα εντός του δευτέρου κράτους μέλους βάσει του επαγγελματικού τίτλου που απέκτησε στο κράτος καταγωγής. Ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να προσθέτει επιπλέον προϋποθέσεις στις απαιτούμενες για την εγγραφή στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής. Πράγματι, πρέπει να διακρίνεται, αφενός, η εγγραφή στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής δικηγόρου που επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του στο κράτος μέλος αυτό, υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής,
για την οποία μόνη προϋπόθεση είναι η προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής και, αφετέρου, η άσκηση, αυτή καθεαυτήν, της δικηγορίας στο κράτος μέλος υποδοχής, ως προς την οποία ο δικηγόρος αυτός υπόκειται στους ισχύοντες στο ίδιο κράτος μέλος επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επαγγελματικοί και δεοντολογικοί κανόνες, αντιθέτως προς εκείνους που αφορούν τις προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται για την εγγραφή στα μητρώα, δεν έχουν εναρμονισθεί και επομένως εκείνοι του κράτους μέλους υποδοχής δύνανται να διαφέρουν σημαντικά από τους ισχύοντες στο κράτος μέλος καταγωγής. Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέπει τέτοια εχέγγυα, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες που θεσπίζει προς τούτο δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
Ωστόσο, το Δικαστήριο τονίζει ότι οι ισχύοντες στο κράτος μέλος υποδοχής επαγγελματικοί και δεοντολογικοί κανόνες πρέπει, για να είναι σύμφωνοι προς το δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ άλλων, να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, όπερ σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναπόκειται να προβεί στις αναγκαίες εξακριβώσεις όσον αφορά τον επίμαχο κανόνα περί ασυμβιβάστου.
Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η οδηγία αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής.
ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ 4548/2018
Σημαντικές αλλαγές επέφερε ο νόμος 4548/2018 που αντικατέστησε τον νόμο 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, και ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από την 1/1/2019.
Μία από τις αλλαγές που επήλθαν με το νέο νόμο αφορά το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕ το οποίο αυξάνεται από 24.000€ σε 25.000€, όπως επιβάλλει και η οδηγία 1132/2017, σύμφωνα με την οποία οι ανώνυμες εταιρίες έχουν διορία έως την 31.12.2019 είτε να εναρμονιστούν, είτε να μετατραπούν σε εταιρεία άλλης μορφής. Αφού παρέλθει η ημερομηνία, οι ανώνυμες εταιρίες που δεν έχουν προσαρμόσει το κεφάλαιό τους κατά τα παραπάνω δεν θα δύνανται να πραγματοποιούν οποιαδήποτε νέα καταχώριση στο ΓΕΜΗ. Η καταβολή του αρχικού κεφαλαίου ή των τυχόν αυξήσεων αυτού πραγματοποιείται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας σε τράπεζα στην Ελλάδα ή σε χώρα του ΕΟΧ.
Επίσης, μια άλλη σημαντική αλλαγή είναι η μείωση της ελάχιστης ονομαστικής αξίας των μετοχών. Πλέον, η ονομαστική αξία των μετοχών Ανωνύμων Εταιρειών δεν μπορεί να ορισθεί σε ποσό κατώτερο των 0,04€ (μέχρι τώρα ήταν 0,30€) ούτε ανώτερο των 100€.
Άλλη σημαντική αλλαγή έγκειται στη νέα ρύθμιση που απαγορεύει στους μετόχους να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση των ανώνυμων εταιρειών για όσα ζητήματα τούς αφορούν, διότι σύμφωνα με τον νέο νόμο υπάρχει τότε «σύγκρουση συμφερόντων» μεταξύ μετόχου και εταιρείας. Δικαίωμα ψήφου έχουν μόνον οι μέτοχοι που δεν έχουν «σύγκρουση συμφερόντων».
Η νέα αυτή ρύθμιση, συνδυαζόμενη και με την ρητή θέσπιση αντίστοιχης απαγόρευσης να ψηφίζουν τα μέλη τού Διοικητικού Συμβουλίου στις συνεδριάσεις του, όταν αυτά έχουν «σύγκρουση συμφερόντων» οφείλεται καταρχήν σε Οδηγία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης (Οδηγία 2017/828/ΕΕ).