Επικοινωνήστε μαζί μας

Ιπποκράτους 4
106 79, Αθήνα
Ελλάδα

Τηλ: +30 210 3613379
Fax: +30 210 3612084

Επικοινωνία

Τελευταία νέα

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΞΕΚΙΝΑ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ TRUST ΣΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑ

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο προτείνει, εξ ονόματος του Κοινοβουλίου, να εισαχθεί αυτός ο νέος νομικός θεσμός στον Κώδικα Υποχρεώσεων. Κατά τη συνεδρίασή της στις 12 Ιανουαρίου 2022, απέστειλε το σχέδιό της για διαβούλευση.

Το καταπίστευμα είναι ένας αρχαίος νομικός θεσμός του αγγλοσαξονικού δικαίου. Αν και δεν προβλέπεται από το νομικό μας σύστημα, αναγνωρίζεται στην Ελβετία από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης της Χάγης της 1ης Ιουλίου 1985 για το εφαρμοστέο δίκαιο στα καταπιστεύματα και την αναγνώρισή τους την 1η Ιουλίου 2007.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 της Σύμβασης, ένα καταπίστευμα που έχει συσταθεί έγκυρα σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο αναγνωρίζεται στα άλλα κράτη μέλη της Σύμβασης.

Λόγω της πολυπλοκότητας και της ευελιξίας του θεσμού αυτού, ο οποίος μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και να επιδιώκει διαφορετικούς σκοπούς, δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός του καταπιστεύματος. Σε διεθνές επίπεδο, η Σύμβαση πρότεινε τον ακόλουθο ορισμό στο άρθρο 2 παράγραφος 1: "[...] ο όρος καταπίστευμα αναφέρεται στις έννομες σχέσεις που δημιουργούνται από ένα πρόσωπο, τον ιδρυτή, δια ζώσης ή θανάτου, όπου η περιουσία έχει τεθεί υπό τον έλεγχο ενός διαχειριστή προς το συμφέρον ενός δικαιούχου ή για συγκεκριμένο σκοπό".

Το καταπίστευμα είναι επομένως ένας θεσμός με τρία μέρη:
- ο διακανονιστής, ο οποίος μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είναι αυτός που μεταβιβάζει την περιουσία του στον διαχειριστή
- ο διαχειριστής είναι το πρόσωπο που κατέχει επίσημα τα περιουσιακά στοιχεία, το οποίο γίνεται ο "νόμιμος ιδιοκτήτης" τους
- τους δικαιούχους, οι οποίοι για λόγους απλότητας μπορούν να αναφέρονται ως οι οικονομικοί ιδιοκτήτες της περιουσίας του καταπιστεύματος.

Το καταπίστευμα μπορεί να συσταθεί με καταπίστευμα μεταξύ ζώντων ή με διαθήκη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη καταπιστεύματος αποτελεί μονομερή πράξη του ιδρυτή, η οποία δεν υπόκειται στην αποδοχή του διαχειριστή, και ότι το καταπίστευμα δεν έχει νομική προσωπικότητα, γεγονός που το διακρίνει από το θεσμό του ιδρύματος.

Στην Ελβετία, τα καταπιστεύματα αποτελούν σημαντικό μέσο σχεδιασμού περιουσιακών στοιχείων, ιδίως στον τομέα της κληρονομιάς, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων σε πολλές γενιές.
Προκειμένου να αποτραπεί η ανάγκη των ελβετών πελατών να απευθύνονται σε ξένες χώρες για τη σύσταση καταπιστευμάτων, το Κοινοβούλιο ανέθεσε στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, μέσω της πρότασης 18.3383, να δημιουργήσει τη νομική βάση για την εισαγωγή του θεσμού αυτού στο ελβετικό δίκαιο.
Εάν το καταπίστευμα εισαχθεί στη χώρα μας, θα πρέπει να προσαρμοστεί ο Κώδικας Υποχρεώσεων και άλλοι ομοσπονδιακοί νόμοι, ιδίως οι φορολογικοί νόμοι, οι οποίοι θα προσδιορίζουν ρητά τους κανόνες στους οποίους θα υπόκειται το καταπίστευμα.

Η διαδικασία διαβούλευσης που κινήθηκε από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στις 12 Ιανουαρίου 2022 θα διαρκέσει έως τις 30 Απριλίου 2022.

Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.admin.ch/gov/fr/accueil/documentation/communiques.msg-id-86746.html

Σύμβαση απλής εκτέλεσης εντολών και σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών

Στην τραπεζική σχέση μεταξύ του πελάτη και του παρόχου υπηρεσιών, τρεις τύποι νομικών σχέσεων μπορούν να προσδιοριστούν σύμφωνα με το ελβετικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο: i) μόνο εκτέλεση, ii) επενδυτικές συμβουλές, iii) εντολή διαχείρισης.

Αυτό που τις διακρίνει είναι ο βαθμός εμπλοκής του παρόχου υπηρεσιών, αφενός, και ο βαθμός προστασίας που παρέχεται στον πελάτη, αφετέρου.

Μια σύμβαση μόνο εκτέλεσης, η οποία, όπως υποδηλώνει το όνομά της, συνίσταται στην αποκλειστική εκτέλεση των εντολών του πελάτη από τον πάροχο, δεν παρέχει ιδιαίτερη προστασία στον πελάτη. Πράγματι, ο ελβετικός νομοθέτης και, σε μικρότερο βαθμό, ο ευρωπαϊκός νομοθέτης θεωρούν ότι, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το είδος σχέσης απλό, φθηνό και γρήγορο, εναπόκειται στον ίδιο τον πελάτη να διασφαλίσει τα συμφέροντά του.

Από την άλλη πλευρά, σε πιο σύνθετες νομικές σχέσεις, όπως οι επενδυτικές συμβουλές και οι εντολές διαχείρισης, παρατηρείται ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δραστηριότητα του παρόχου υπηρεσιών, τόσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός προστασίας του πελάτη.

Στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η απόφαση για την πραγματοποίηση ή μη μιας συναλλαγής λαμβάνεται από τον πελάτη, αλλά ο πάροχος μπορεί να κάνει προτάσεις και να επηρεάσει έτσι τον πελάτη.

Στην εντολή διαχείρισης, με εξουσιοδότηση από τον πελάτη, ο πάροχος υπηρεσιών αντικαθιστά τον πελάτη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στη σύναψη συναλλαγών.

Ενώ η διάκριση μεταξύ της εντολής διαχείρισης και άλλων τύπων τραπεζικών σχέσεων είναι σαφής, οι διαφορές μεταξύ της σύμβασης εκτέλεσης και της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών μπορεί να είναι πιο λεπτές.

Και στις δύο περιπτώσεις, η απόφαση για το ποιες εργασίες θα πραγματοποιηθούν εναπόκειται στον πελάτη. Εάν μια επιχείρηση πάει στραβά, τίθεται το ερώτημα ποιος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες.

Κατά τη σύμβαση εκτέλεσης μόνο, τουλάχιστον από την άποψη της ελβετικής νομολογίας, ο πάροχος υπηρεσιών δεν υποχρεούται να διασφαλίζει τη γενική διασφάλιση των συμφερόντων του πελάτη (BGer 4A_369/2015 της 25ης, αιτιολογική σκέψη 2.3), ούτε υποχρεούται να αναλάβει γενική υποχρέωση παροχής πληροφοριών, είτε σχετικά με τις εντολές που δίνει ο πελάτης, είτε σχετικά με την πιθανή εξέλιξη των επιλεγμένων επενδύσεων και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό των κινδύνων (BGE 133 III 97 αιτιολογική σκέψη 7.1.1, BGer 4A_336/2014, αιτιολογική σκέψη 4.2). Επίσης, δεν χρειάζεται να ελέγχει την καταλληλότητα της συναλλαγής που ζητά ο πελάτης ή την καταλληλότητά της σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο του πελάτη στο σύνολό του.

Κατ' εξαίρεση, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας έχει αποδεχθεί την ύπαρξη υποχρέωσης προειδοποίησης εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών, ιδίως όταν ο πάροχος υπηρεσιών αντιλαμβάνεται ή όφειλε να αντιληφθεί ότι ο πελάτης δεν έχει εντοπίσει τον κίνδυνο που συνδέεται με την επένδυση που εξετάζει, ή στην περίπτωση ειδικής σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο μακροχρόνιας επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ του πελάτη και του παρόχου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (BGer 4A_369/2015, αιτιολογική σκέψη 2.3).

Στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η ελβετική νομολογία επισημαίνει ότι οι υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών για ενημέρωση, συμβουλές και προειδοποίηση δεν ορίζονται γενικά, αλλά εξαρτώνται από το είδος της σύμβασης που συνάπτεται και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως τις γνώσεις και την εμπειρία του πελάτη (BGer 4A_336/2014, αιτιολογική σκέψη 4.2., BGer 4A_364/2013, αιτιολογική σκέψη 6.2). Ειδικότερα, όταν ο πάροχος προβαίνει σε σύσταση σχετικά με ένα συγκεκριμένο αξιόγραφο, πρέπει να γνωρίζει διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων η προσωπική οικονομική κατάσταση του πελάτη, ο βαθμός κινδύνου που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο πελάτης και κατά πόσον η συμβουλή που παρέχει αφορά επίσης την καταλληλότητα της προβλεπόμενης επένδυσης (BGE 133 III 97, παρ. 7.2- BGer 4A_444/2012, παρ. 3.2).

Συμπερασματικά, σε μια σύμβαση μόνο εκτέλεσης η υποχρέωση ενημέρωσης του παρόχου υπηρεσιών είναι η ασθενέστερη και, κατά κανόνα, ο ίδιος ο πελάτης ευθύνεται για τις συναλλαγές του. Αντίθετα, η σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών συνεπάγεται περισσότερες υποχρεώσεις για τον πάροχο υπηρεσιών και ο τελευταίος μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ευθύνεται για τη ζημία που υπέστη ο πελάτης.

Από την άποψη του δημόσιου δικαίου, ο ευρωπαίος και ο ελβετικός νομοθέτης υιοθέτησαν την οδηγία MiFID II και τον νόμο για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, αντίστοιχα, προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη διαφάνεια στις αγορές και ενισχυμένη προστασία των καταναλωτών. Οι νόμοι αυτοί, οι οποίοι περιγράφουν λεπτομερώς τις υποχρεώσεις πληροφόρησης των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, θα αποτελέσουν αντικείμενο μελλοντικού άρθρου.

Εκτός από την πολυετή πείρα μας σε χρηματοοικονομικά θέματα, η εταιρεία μας πέτυχε επίσης να επιτύχει την υψηλότερη αποζημίωση στον κόσμο για αξιώσεις κατά μεγάλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της τράπεζας Lehman Brothers.

 

Euroferry Olympia: Το δεύτερο τραγικό δυστύχημα

Οταν το γραφείο μας ανέλαβε την νομική υπεράσπιση ενός μεγάλου αριθμού επιβατών που επέβαιναν στο  NORMAN ATLANTIC που πήρε φωτιά στις 28 Δεκεμβρίου του 2014, παρά την ικανοποιητική αποζημίωση που στην συνέχεια επιτύχαμε γιά τους πελάτες μας, είπαμε ποτέ πιά ξανά αλλά δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Ενα άλλο ιταλικό πλοίο στην γραμμή της Αδριατικής το Euroferry Olympia πάλι πήρε φωτιά στις 18 Φεβρουαρίου 2022 καί αυτή την στιγμή ήδη αγνοούνται 11 τουλάχιστον άτομα ενώ το πλοίο ρυμουλκείται φλεγόμενο.  Οι ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί ακόμη αλλά είναι σίγουρα ότι είναι πολλές καί διάσπαρτες  σε πολλές κατευθύνσεις.

Οι ζημιές τεράστιες και πολλαπλές καί η νομική αντιμετώπιση των ευθυνών χρήζει ιδιάιτερης προσοχής όπως άλλωστε και στην περίπτωση του Norman Atlantic. Το γραφείο μας σε συντονισμό με τους συνεργάτες μας  ναυτικούς δικηγόρους στην Ελλάδα καί στην Ιταλία στα πλαίσια της διεθνούς οργάνωσής μας του Global Justice Network με τους οποίους από κοινού χειριστήκαμε και την υπόθεση του Norman Atlantic είναι στην διάθεση των εμπλεκομένων σε αυτό το τραγικό δυστύχημα γιά κάθε βοήθεια ή πληροφορία χωρίς φυσικά καμμία υποχρέωση ή δέσμευσή τους   

Διεθνής απαγωγή παιδιών κατα την σύμβαση της Χάγης του 1980

Από τη δεκαετία του 1970, το φαινόμενο των απαγωγών παιδιών από τον ένα γονέα έχει αυξηθεί. Η παγκοσμιοποίηση και οι εξελίξεις στο οικογενειακό δίκαιο, ιδίως η γενικευμένη απόδοση κοινής γονικής μέριμνας σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου, έχουν ως αποτέλεσμα το φαινόμενο αυτό να συνεχίζει να αυξάνεται τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τις αστικές πτυχές της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "Σύμβαση της Χάγης" ή HC80) αποτελεί το κύριο νομικό μέσο στον τομέα αυτό, δεδομένου ότι δεσμεύει σήμερα 100 κράτη και μεταξύ άλλων και την Ελλάδα.

Μια μελέτη που διεξήχθη από τον καθηγητή Nigel Lowe (Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ) και τη Victoria Stephens διαπίστωσε ότι στο πλαίσιο του HC80, το 2015 υποβλήθηκαν 2.270 αιτήσεις επιστροφής. Η μελέτη συνέχισε να διαπιστώνει ότι: το 73% των απαγωγών έγινε από τη μητέρα- η διαδικασία έληξε με την επιστροφή του παιδιού στο 45% των περιπτώσεων, εκ των οποίων το 17% ήταν οικειοθελείς επιστροφές και το 28% ήταν επιστροφές που διατάχθηκαν από το δικαστήριο- το 14% των αιτήσεων αποσύρθηκαν στη συνέχεια.

Η πρόσφατη αύξηση των δι-εθνικών ζευγαριών αποτελεί δυστυχώς επίσης αιτία της αύξησης του αριθμού των περιπτώσεων απαγωγής.

Μεταξύ των συνηθέστερων καταστάσεων απαγωγής είναι εκείνες στις οποίες ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια αποφασίζει να μετακομίσει στο εξωτερικό (κυρίως για να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του) χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου γονέα που έχει τα γονικά δικαιώματα- ή όταν ο γονέας που έχει τα δικαιώματα επικοινωνίας αποφασίζει να κρατήσει τα παιδιά στο εξωτερικό στο τέλος των διακοπών. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς ποια νομικά μέσα είναι διαθέσιμα για να επιβάλει τα δικαιώματά του.

Ο κύριος σκοπός της HC80 είναι να αποκαταστήσει το status quo ante, δηλαδή να εξασφαλίσει την επιστροφή του παιδιού που έχει απομακρυνθεί ή κατακρατηθεί παράνομα, και να διασφαλίσει ότι τα υφιστάμενα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας σε ένα συμβαλλόμενο κράτος γίνονται σεβαστά σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη (άρθρο 1 HC80).

Η διαδικασία

H HC80 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις παράνομης απομάκρυνσης ή κατακράτησης παιδιού έως την ηλικία των 16 ετών (άρθρο 4 HC80). Η απομάκρυνση ή η κατακράτηση θεωρείται παράνομη εάν παραβιάζει το δικαίωμα επιμέλειας ενός προσώπου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από την απομάκρυνση ή την κατακράτηση και το δικαίωμα αυτό ασκούνταν αποτελεσματικά κατά τον χρόνο της απομάκρυνσης ή της κατακράτησης (άρθρο 3 HC80).

Ο γονέας του οποίου τα δικαιώματα επιμέλειας έχουν παραβιαστεί με την απομάκρυνση του παιδιού μπορεί να υποβάλει αίτηση επιστροφής είτε στην Κεντρική Αρχή της χώρας συνήθους διαμονής του παιδιού (αμέσως πριν από την απομάκρυνση) είτε στην Κεντρική Αρχή οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου κράτους, συμπεριλαμβανομένης της χώρας στην οποία βρίσκεται το παιδί μετά την απαγωγή (άρθρο 8 HC80).

Η αρμόδια Κεντρική Αρχή της Ελβετίας είναι το Ομοσπονδιακό Γραφείο Δικαιοσύνης. Η ελληνική αρμόδια αρχή είναι το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Είναι επίσης δυνατόν να ασκηθεί δικαστική αγωγή απευθείας ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου χωρίς να περάσει από την κεντρική αρχή.

Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις (άρθρο 3 παράγραφος 1, άρθρο 4 και άρθρο 12 HC80) της Σύμβασης και εάν δεν ισχύει καμία εξαίρεση (άρθρο 13 HC80), η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να διατάξει την άμεση επιστροφή του παιδιού (άρθρο 12 παράγραφος 1 HC80). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαστής δεν θα αποφανθεί επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, αλλά αποκλειστικά για την επιστροφή του παιδιού.

Τα δικηγορικά μας γραφεία είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή αίτημα για βοήθεια σε αυτό το θέμα. Χάρη στο δίκτυο των δικηγόρων μας στην Ελβετία, την Ελλάδα, αλλά και αλλού στην Ευρώπη και σε όλον τον κόσμο (ΗΠΑ, Καναδάς κλπ) , θα μπορέσουμε να σας κατευθύνουμε να αντιμετωπίσετε μία τέτοια κατάσταση.

 

Αττική οδός: Το χάος, οι συνέπειες και οι αποζημιώσεις στα δικαστήρια

Αυτό που συνέβη με την Αττική οδό  στις 24 και 25 Ιανουαρίου 2022 είναι πρωτόγνωρο και έχει επιφέρει πλείστες όσες πρακτικές, οικονομικές και νομικές συνέπειες.

Η αποζημίωση των 2.000€ για τους εγκλωβισμένους που παρέμειναν μέχρι και 20 ώρες στα οχήματα τους είναι ευπρόσδεκτη αλλά όχι αρκετή. Επίσης δεν καλύπτει τις όχι ευκαταφρόνητες "παράπλευρες απώλειες" αυτών που δεν μπόρεσαν να μεταβούν στον προορισμό τους, που έχασαν τις πτήσεις τους, που με την πέραν πάσης λογικής πολύωρη καθυστέρηση η αδυναμία προσέλευσης υπέστησαν απώλειες, αναβολές και  ματαιώσεις, ακόμη κι αν δεν ήταν στον κύριο κορμό των άτυχων που εγκλωβίστηκαν στον αυτοκινητόδρομο.

Ωστόσο τόσο το εθνικό όσο και το Ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προσδιορίζουν κατά την γνώμη μας επαρκώς την ευθύνη του φορέα διαχείρισης του αυτοκινητόδρομου πέραν της "αποζημίωσης" που βιαστικά εξαγγέλθηκε (και μόνο για τους εγκλωβισμένους) και την  οποία εν πάσει περιπτώσει θεωρούμε ανεπαρκή.  

Το γραφείο μας, με ιδιαίτερη πείρα στις ομαδικές αγωγές, και έχοντας μεταξύ άλλων την εμπειρία της πολύ επιτυχημένης κατάληξης των καταθετών με προϊόντα Lehmann Brothers  και πολλά άλλα κυρίως τραπεζικά προϊόντα προσανατολίζεται ήδη σε καταθέσεις εμπεριστατωμένων αγωγών ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων  για αποζημιώσεις  κατά της Αττικής οδού για λογαριασμό πελατών του που υπέστησαν θετικές και αποθετικες ζημιές από τα αποτελέσματα της κακής διαχείρισης της κατάστασης αυτές τις μέρες.

Παραμένουμε στην διάθεση των ενδιαφερομένων πελατών μας για να τους συνδράμουμε με κάθε περαιτέρω διευκρίνηση η πληροφορία χωρίς φυσικά καμία  υποχρέωση από  μέρους τους γι αυτό το θέμα το οποίο έχει  πολύπλευρες συνέπειες και ταλαιπώρησε αφάνταστα  παρά πολλούς συμπολίτες μας υλικά, ηθικά ψυχικά αλλά και οικονομικά...

ΔΑΝΕΙΑ ΣΕ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ: ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Με την απόφασή της No 4/2019 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις 18ης Απριλίου 2019 αποφάνθηκε ότι οι δανειακές συμβάσεις με ρήτρα Ελβετικού φράγκου δεν είναι καταχρηστικές και έτσι πάγωσε την διαδικασία δικαίωσης πολλών μικρομεσαίων δανειοληπτών που αναζητούσαν ακύρωση των συμβάσεων τους μέσω της Ελληνικής δικαιοσύνης. Η ίδια Ολομέλεια δεν δέχτηκε να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστηριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων και έτσι το θέμα σταμάτησε τότε ουσιαστικά υπέρ των τραπεζών.

Ομως δύο προσφατα γεγονότα ήρθαν να ανατρέψουν τα μέχρι τώρα δεδομένα και να δώσουν ελπίδα σε πολλούς  μικρομεσαίους δανειολήπτες που είναι αναγκασμένοι να εξοφλούν δάνεια που έλαβαν εκείνον τον καιρό με όρους που δεν μπορούσαν κάν να φανταστούν τότε. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων μετά από προδικαστικά ερωτήματα Γαλλικών δικαστηρίων απεφάνθη στις αρχές του καλοκαιριού του 2021 ότι δεν είναι δυνατόν να μην εξηγείται και διευκρινίζεται σαφώς ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον δανειολήπτη ούτε μπορεί να υφίσταται απεριόριστη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειολήπτη. Στο μεταξύ και παρά την αντίθετη θέση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η 1599/20 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών στρέφεται με προδικαστικό ερώτημά της πρός το Ευρωπαικό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου το οποίο στην περίπτωση της Γαλλίας φαίνεται να δείχνει κατανόηση πρός τους δανειολήπτες.  

Ωστόσο η (πιθανώς) μεγάλη ανατροπή έρχεται στο τέλος αυτού του χρόνου με την κατάργηση του Libor, ενός αμφιλεγόμενου δείκτη αναφοράς (στον οποίον στηρίζονται οι συμβάσεις αυτές) καί ο οποίος βαίνει πρός κατάργηση στο τέλος του 2021 υπο το βάρος πολλών ατασθαλειών με τις οποίες έχει συνδεθεί και πολλών δικαστικών αποφάσεων μεγάλου βεληνεκούς σε πολλές χώρες και μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ και από τους συνεργάτες μας στα πλαίσια του GJN, Lieff,Cabraser,Heimann & Bernstein και Keller Rohrback.  Εφ όσον λοιπόν το Libor καταργηθεί, τότε  θα πρέπει να αντικατασταθεί με ένα νέο εργαλείο αναφοράς το οποίο στην περίπτωση του Ελβετικού φράγκου θα φέρει το ακρωνύμιο SARON (από τα αρχικά Swiss average overnight) προκειμενου να χρησιμοποιείται στα δάνεια σε Ελβετικό φράγκο τα οποία φτάνουν τα 35 δισεκατομμύρια Ευρώ στις χώρες που έχουν συναφθεί (Γαλλία, Ολλανδία, Ελλάδα, Αυστρία και κάποιες ανατολικές χώρες). Αυτό ομως θα πρέπει να εφαρμοστεί με Ευρωπαικό κανονισμό στα κράτη μέλη πρίν από το τέλος του χρόνου, πράγμα αντικειμενικά δύσκολο δεδομένων των αντιρρήσεων ορισμένων κρατών μελών και τεχνικών και άλλων επιπλοκών σε Ευρωπαικό επίπεδο.

Στην περίπτωση που ένας Ευρωπαικός Κανονισμός δεν μπορέσει να εκδοθεί πρίν από την απόσυρση του Libor, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι οι τράπεζες δεν έχουν το δικαίωμα  μονομερώς να μετατρέψουν τις συμβάσεις των δανειοληπτών αφαιρώντας την αναφορά στο  Libor  με συνέπεια αυτές οι δανειακές συμβάσεις να μείνουν μετέωρες ως πρός αυτον τον μηχανισμό αναφοράς ο οποίος δεν θα υπάρχει πιά. Το γραφείο μας με πρωταγωνιστικό ρόλο στην δικαστική διεκδίκηση ακύρωσης των δανειακών συμβάσεων με ρήτρα Ελβετικού φράγκου, μελετά σε βάθος τόσο τις συνέπειες από την επερχόμενη κατάργηση του Libor όσο και από τις εξελίξεις σε Ευρωπαικό επίπεδο ιδιίως μετά τις προδικαστικές αποφάσεις του φετεινού καλοκαιριού από το Δικαστήριο Των Ευρωπαικών Κοινοτήτων και τον αναπόφευκτο αντίκτυπο αυτών των γεγονότων στις δανειακές συμβάσεις των εντολέων μας.       

Συμφωνία-πλαίσιο: η Ελβετία και η ΕΕ διακόπτουν τις διαπραγματεύσεις

Ο πρόεδρος της Ελβετίας, Guy Parmelin, ανακοίνωσε στις 26 Μαΐου 2021 το τέλος των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακολούθησε σύνοδος κορυφής στις Βρυξέλλες στις 23 Μαΐου 2021, όπου ο Parmelin και η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κα Von der Leyen, συναντήθηκαν. Καμία από τις συζητήσεις δεν μπόρεσε να φέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα στα σημεία διαφωνίας.

Επί του παρόντος, υπάρχουν πέντε διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ελβετίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τις χερσαίες και αεροπορικές μεταφορές και τη γεωργία.

Η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ της Ελβετίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία συζητείται από το 2002, αποτελεί τη λύση για την επικαιροποίηση και την αρμονική εφαρμογή της διμερούς πορείας. Από το 2014 είχαν ξεκινήσει συζητήσεις σχετικά με μια πιθανή θεσμική συμφωνία που θα έφερνε πιο κοντά το ελβετικό και το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Αυτό θα επέτρεπε, ιδίως, την ομογενοποίηση των ρυθμίσεων που αφορούν τη συμμετοχή της Ελβετίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και σε θέματα μισθών ή ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων.

Το εν λόγω κείμενο προέβλεπε επίσης διαδικασία επίλυσης διαφορών σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Ελβετίας και της ΕΕ. Σήμερα, εάν προκύψει πρόβλημα μεταξύ των δύο μερών, καμία εξωτερική οντότητα δεν μπορεί να παρέμβει για να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις.

Η Ελβετία ήταν επιφυλακτική, διότι μια τέτοια συμφωνία-πλαίσιο με την ΕΕ θα οδηγούσε αναμφίβολα σε νομικές αλλαγές μέσω της υιοθέτησης του δικαίου της ΕΕ. Αλλά κυρίως λόγω βαθιών διαφωνιών δεν μπόρεσε να υπογράψει τη συμφωνία, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελβετία δεν έχουν την ίδια ερμηνεία της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, η οποία είναι πιο φιλελεύθερη για την Ένωση. Με το κείμενο αυτό, η Ελβετία θα έπρεπε να έχει μεταφέρει την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ιθαγένεια. Αν ήταν έτσι, οι Ευρωπαίοι που εγκαταστάθηκαν στην Ελβετία θα είχαν ευκολότερη πρόσβαση στο ελβετικό κοινωνικό σύστημα από ό,τι σήμερα.

Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, η Ελβετία ήθελε επίσης να προστατεύσει τους μισθούς της μέσω των συνοδευτικών μέτρων. Σήμερα, εάν μια ευρωπαϊκή εταιρεία θέλει να στείλει έναν αποσπασμένο εργαζόμενο στην Ελβετία, πρέπει να ειδοποιήσει τη διοίκηση οκτώ ημέρες νωρίτερα. Με τη συμφωνία-πλαίσιο, η περίοδος αυτή θα μειωθεί σε τέσσερις μόνο ημέρες. Η Ελβετία θεωρεί ότι η περίοδος αυτή είναι πολύ σύντομη για να επιτρέψει στους επιθεωρητές εργασίας να ελέγξουν ότι δεν υπάρχει μισθολογικό ντάμπινγκ. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδυνάμωση του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στην Ελβετία.

Μία από τις επιπτώσεις του τέλους αυτών των διαπραγματεύσεων αφορά τον κλάδο της ιατρικής τεχνολογίας. Έχοντας χάσει την ελεύθερη πρόσβασή του στην εσωτερική αγορά της ΕΕ και ως αποτέλεσμα του νέου κανονισμού της ΕΕ για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, αυτός ο κλάδος της ελβετικής βιομηχανίας αποτελεί πλέον τρίτη χώρα.

Αυτό σημαίνει ότι θα επιβληθούν αυστηρότερες απαιτήσεις στις ελβετικές εταιρείες κατά την εξαγωγή ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Ως τρίτη χώρα, οι εταιρείες θα πρέπει να επωμιστούν μεγαλύτερο διοικητικό βάρος και να επιβαρυνθούν με πρόσθετο κόστος ή να διορίσουν αντιπροσώπους σε κάθε κράτος μέλος. Η έλλειψη πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά καθιστά τις εξαγωγές πιο δαπανηρές και διαδικαστικές.

Θα επηρεαστούν και άλλοι τομείς, όπως η γεωργία, η ασφάλεια των τροφίμων και η εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας.

Η εγκατάλειψη του εν λόγω σχεδίου συμφωνίας ενέχει τον κίνδυνο να βλάψει τις σχέσεις μεταξύ της Ελβετίας και της ΕΕ, δεδομένου ότι η ΕΕ είχε εξαρτήσει οποιαδήποτε άλλη διμερή συμφωνία πρόσβασης στην αγορά από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου. Η τελευταία είχε ως στόχο να ρυθμίσει πτυχές της ενιαίας αγοράς στην Ελβετία, η οποία, από εμπορική άποψη, είναι απαραίτητη. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο κύριος οικονομικός εταίρος της Ελβετίας, οι σχέσεις εισαγωγών και εξαγωγών με την Ελβετία, αν δεν διευκολυνθούν, κινδυνεύουν να αποδυναμωθούν μακροπρόθεσμα.

Ολόκληρη η ομάδα της European Legal Consultancy είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή αίτημα βοήθειας σχετικά με το θέμα αυτό.

Debate GJN: Ετοιμαστείτε για το Brexit την Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021 - 5μμ

Το Παγκόσμιο Δίκτυο Δικαιοσύνης (GJN) στο οποίο έχουμε την τιμή να είμαστε από τα ιδρυτικά του μέλη διοργανώνει συζήτηση σχετικά με τις πρακτικές επιπτώσεις του Brexit και την τρέχουσα κατάσταση του δικαίου στις 24 Ιουνίου 2021. Τη συζήτηση αυτή θα παρουσιάσουν: ο καθηγητής Duncan Fairgrieve, Senior Fellow in Comparative Law, British Institute of International and Comparative Law, και καθηγητής Συγκριτικού Δικαίου, Université Paris Dauphine PSL, καθώς και ο καθηγητής Gilles Cuniberti από τη Σχολή Δικαίου, Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Λουξεμβούργου.

Συντονιστής αυτής της συζήτησης θα είναι ο Carlos Villacorta από την BCV Lex (Μαδρίτη, Μπορντό), μέλος της επιτροπής GJIN.

Σε αυτή τη συζήτηση θα υποστηριχθούν δύο θέσεις: από τη μία πλευρά η πλευρά υπέρ του Brexit και από την άλλη η πλευρά κατά του Brexit.

 

Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικονομικές, εμπορικές και φυσικά νομικές συνέπειες. Πράγματι, χρειάστηκαν μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να καταλήξουν σε μια συμφωνία αποχώρησης, να βγουν από όλους τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αλλά και να βρεθούν νέες συμφωνίες με αυτή την πρόσφατη τρίτη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η πρώτη χώρα που ενεργοποίησε το άρθρο αυτό, με κοινοποίηση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 29 Μαρτίου 2017. Η ημερομηνία του Brexit αναβλήθηκε λόγω της δυσκολίας των διαπραγματεύσεων, έως ότου το Brexit πραγματοποιήθηκε τελικά στις 31 Ιανουαρίου 2020, οδηγώντας στη συνέχεια σε μια μεταβατική περίοδο για τους επόμενους έντεκα μήνες: έως την 1η Ιανουαρίου 2021.

Οι διαπραγματεύσεις και οι νέες συμφωνίες μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και των κρατών μελών της) έχουν ως επί το πλείστον επιλυθεί, ωστόσο θα υπάρξουν αλλαγές, καθώς το Brexit επηρεάζει αναπόφευκτα τον νομικό τομέα.

Όλα τα μέλη και μη μέλη του GJN προσκαλούνται σε αυτή τη συζήτηση, ανυπομονούμε να σας δούμε.

Join Zoom Meeting: https://us02web.zoom.us/j/84827476979?pwd=MTJLa3JrMlY3Z1dldXR4TnN4Zk1zZz09

Meeting ID: 848 2747 6979

Passcode: Brexit

Dial by your location

Meeting ID: 848 2747 6979

Passcode: 492713

Find your local number: https://us02web.zoom.us/u/kdNm6y5GIY

 

ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΈΟ ΔΊΚΑΙΟ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΈΣ ΣΧΈΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΎΓΩΝ ΔΥΝΆΜΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΎ (ΕΕ) 2016/1103

Η ELC ενδιαφέρθηκε για τον ευρωπαϊκό κανονισμό 2016/1103, για την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου, της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές. Η μελέτη αυτή μας επέτρεψε να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στις ερωτήσεις σας σχετικά με το θέμα, ώστε να σας παρέχουμε ποιοτικές υπηρεσίες.

 

Ο εν λόγω κανονισμός, που εγκρίθηκε στις 24 Ιουνίου 2016, είναι το αποτέλεσμα πολυετών συζητήσεων. Εφαρμόζεται στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των ζευγαριών με αλλοδαπά στοιχεία και αυτό, σύμφωνα με τον μηχανισμό ενισχυμένης συνεργασίας. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του κανονισμού θα περιοριστεί στα κράτη μέλη που το επιθυμούν ρητά.

 

Ο κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένους συνδετικούς παράγοντες για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και του αρμόδιου δικαστηρίου. Ο κανονισμός απλουστεύει επίσης την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.

 

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε μόνο με το μέρος του κανονισμού που αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.

 

1.         Το πεδίο εφαρμογής

 

Ο κανονισμός εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων με αλλοδαπό στοιχείο.

 

Οι ενδιαφερόμενοι σύζυγοι

 

Για συζύγους της ίδιας εθνικότητας :

 

-    με συνήθη διαμονή σε διαφορετικά κράτη κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ή της κατάρτισης της συμφωνίας που οργανώνει ή τροποποιεί το καθεστώς τους, ή

 

-   με περιουσία οποιουδήποτε συζύγου σε κράτος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειας ή της κατοικίας, ή

 

-  να έχουν τελέσει το γάμο τους σε κράτος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειας ή της κατοικίας τους.

 

Σύζυγοι διαφορετικής ιθαγένειας, ανεξαρτήτως του τόπου συνήθους διαμονής τους, του τόπου της περιουσίας τους ή του τόπου τέλεσης του γάμου.

 

Ενισχυμένη συνεργασία (άρθρο 70)

 

Ο κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε ενισχυμένη συνεργασία. Τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούνται ως τρίτα κράτη κατά την εφαρμογή του κανονισμού.

 

Εξαιρέσεις (που προβλέπονται στο άρθρο 1)

 

Από το πεδίο εφαρμογής εξαιρούνται φορολογικά, τελωνειακά και διοικητικά θέματα, η δικαιοπρακτική ικανότητα των συζύγων, η ύπαρξη, η εγκυρότητα ή η αναγνώριση του γάμου, οι υποχρεώσεις διατροφής, η κληρονομική διαδοχή, η δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, η κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα μεταβίβασης ή προσαρμογής μεταξύ συζύγων, η φύση των εμπράγματων δικαιωμάτων κ.λπ.

 

Διαχρονική εφαρμογή (άρθρα 69 και 70)

 

Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 28 Ιουλίου 2016.

 

2.         Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής από τους συζύγους (άρθρο 26)

 

Εάν δεν έχει οριστεί κανένας νόμος, χρησιμοποιείται μια ιεραρχία συνδετικών παραγόντων για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου:

  1. Η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου.
  2. Σε αντίθετη περίπτωση, η κοινή ιθαγένεια κατά τον χρόνο του γάμου. Το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν οι σύζυγοι έχουν πολλές κοινές ιθαγένειες.
  3. Σε αντίθετη περίπτωση, το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν τον στενότερο δεσμό κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου.

 

Κατ' εξαίρεση, η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι εφαρμόζεται το δίκαιο κράτους άλλου από εκείνο της πρώτης κοινής συνήθους διαμονής μετά την τέλεση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις

 

-     Ότι ένας από τους συζύγους ζητάει ,

-     Ότι οι σύζυγοι είχαν την τελευταία κοινή συνήθη διαμονή τους σε αυτό το άλλο κράτος για χρονικό διάστημα σημαντικά μεγαλύτερο από την πρώτη κοινή συνήθη διαμονή τους,

-      Ότι και οι δύο σύζυγοι βασίστηκαν στο δίκαιο του άλλου κράτους για να οργανώσουν ή να σχεδιάσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις,

-      Ότι οι σύζυγοι δεν έχουν συνάψει συμφωνία πριν από την ημερομηνία της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους στο εν λόγω άλλο κράτος.

 

3.         Επιλογή δικαίου

 

Ο κανονισμός παρέχει τη δυνατότητα επιλογής του δικαίου ενός από τα κράτη του οποίου τουλάχιστον ένας από τους συζύγους είναι υπήκοος ή του δικαίου της συνήθους διαμονής του κατά τον χρόνο της επιλογής (άρθρο 22). Αυτή η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή.

 

Για να είναι έγκυρη η επιλογή, πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως

 

-      Τυπικές προϋποθέσεις: η συμφωνία επιλογής πρέπει να είναι γραπτή, να φέρει ημερομηνία και να υπογράφεται και από τους δύο συζύγους. Προστίθενται ορισμένες προϋποθέσεις για ειδικές περιπτώσεις (άρθρο 23), για παράδειγμα όταν οι σύζυγοι κατοικούν σε διαφορετικά κράτη μέλη.

 

-      Υλικές προϋποθέσεις: η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ουσίας υπόκεινται στο δίκαιο που επιλέγουν οι σύζυγοι ως εφαρμοστέο στο περιουσιακό καθεστώς των συζύγων (άρθρο 24).

 

 

4.         Τα χαρακτηριστικά του εφαρμοστέου δικαίου

 

Ο κανονισμός διακρίνει διάφορες αρχές σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των ζευγαριών με αλλοδαπά στοιχεία.

 

Πρώτον, η αρχή της καθολικότητας του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 20 προβλέπει ότι το ορισθέν δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν το δίκαιο αυτό δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους.

 

Στη συνέχεια, υπάρχει η αρχή της ενότητας του εφαρμοστέου δικαίου. Η αρχή αυτή προβλέπει ότι ο νόμος θα εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ζευγαριού, ανεξάρτητα από τον τόπο (άρθρο 21) ή τη φύση τους.

 

Υπάρχει επίσης η αρχή του αμετάβλητου του εφαρμοστέου δικαίου. Ορίζεται από το γεγονός ότι το γαμικό καθεστώς καθορίζεται από το εφαρμοστέο δίκαιο από την αρχική στιγμή της τέλεσης του γάμου και δεν τροποποιείται στη συνέχεια.

 

Τέλος, όπως προβλέπει το άρθρο 27 του παρόντος κανονισμού, το εφαρμοστέο δίκαιο στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων διέπει διαφορετικούς τομείς: αυτό είναι το πεδίο εφαρμογής του εφαρμοστέου δικαίου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις εξαιρέσεις από το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως η δημόσια τάξη (άρθρο 31) και το αναγκαστικό δίκαιο (άρθρο 30).

ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2016/1103

 

Το δικηγορικό μας γραφείο ενδιαφέρθηκε για τον ευρωπαϊκό κανονισμό 2016/1103 για την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δικαιοδοσίας, του εφαρμοστέου δικαίου, της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές. Η μελέτη αυτή μας επέτρεψε να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στις ερωτήσεις σας σχετικά με το θέμα, ώστε να σας παρέχουμε ποιοτικές υπηρεσίες.

Ο εν λόγω κανονισμός, που εγκρίθηκε στις 24 Ιουνίου 2016, είναι το αποτέλεσμα πολυετών συζητήσεων. Εφαρμόζεται στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των ζευγαριών με αλλοδαπά στοιχεία και αυτό, σύμφωνα με τον μηχανισμό ενισχυμένης συνεργασίας. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του κανονισμού θα περιοριστεί στα κράτη μέλη που το επιθυμούν ρητά.

Ο κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένους συνδετικούς παράγοντες για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και του αρμόδιου δικαστηρίου. Ο κανονισμός απλουστεύει επίσης την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε μόνο με το μέρος του κανονισμού που αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.

1.       Το πεδίο εφαρμογής

Ο κανονισμός εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων με αλλοδαπό στοιχείο.

Οι ενδιαφερόμενοι σύζυγοι

Για συζύγους της ίδιας εθνικότητας :

      με συνήθη διαμονή σε διαφορετικά κράτη κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ή της κατάρτισης της συμφωνίας που οργανώνει ή τροποποιεί το καθεστώς τους, ή

      με περιουσία οποιουδήποτε συζύγου σε κράτος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειας ή της κατοικίας, ή

      να έχουν τελέσει το γάμο τους σε κράτος διαφορετικό από εκείνο της ιθαγένειας ή της κατοικίας τους.

Σύζυγοι διαφορετικής ιθαγένειας, ανεξαρτήτως του τόπου συνήθους διαμονής τους, του τόπου της περιουσίας τους ή του τόπου τέλεσης του γάμου.

Ενισχυμένη συνεργασία (άρθρο 70)

Ο κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε ενισχυμένη συνεργασία. Τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούνται ως τρίτα κράτη κατά την εφαρμογή του κανονισμού.

Εξαιρέσεις (που προβλέπονται στο άρθρο 1)

Από το πεδίο εφαρμογής εξαιρούνται φορολογικά, τελωνειακά και διοικητικά θέματα, η δικαιοπρακτική ικανότητα των συζύγων, η ύπαρξη, η εγκυρότητα ή η αναγνώριση του γάμου, οι υποχρεώσεις διατροφής, η κληρονομική διαδοχή, η δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, η κοινωνική ασφάλιση, το δικαίωμα μεταβίβασης ή προσαρμογής μεταξύ συζύγων, η φύση των εμπράγματων δικαιωμάτων κ.λπ.

Διαχρονική εφαρμογή (άρθρα 69 και 70)

Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 28 Ιουλίου 2016.

2.       Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής από τους συζύγους (άρθρο 26)

Εάν δεν έχει οριστεί κανένας νόμος, χρησιμοποιείται μια ιεραρχία συνδετικών παραγόντων για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου:

  1. Η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου.
  2. Σε αντίθετη περίπτωση, η κοινή ιθαγένεια κατά τον χρόνο του γάμου. Το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν οι σύζυγοι έχουν πολλές κοινές ιθαγένειες.
  3. Σε αντίθετη περίπτωση, το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν τον στενότερο δεσμό κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου.

Κατ' εξαίρεση, η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι εφαρμόζεται το δίκαιο κράτους άλλου από εκείνο της πρώτης κοινής συνήθους διαμονής μετά την τέλεση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις

      Ότι ένας από τους συζύγους ζητάει ,

      Ότι οι σύζυγοι είχαν την τελευταία κοινή συνήθη διαμονή τους σε αυτό το άλλο κράτος για χρονικό διάστημα σημαντικά μεγαλύτερο από την πρώτη κοινή συνήθη διαμονή τους,

     Ότι και οι δύο σύζυγοι βασίστηκαν στο δίκαιο του άλλου κράτους για να οργανώσουν ή να σχεδιάσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις,

     Ότι οι σύζυγοι δεν έχουν συνάψει συμφωνία πριν από την ημερομηνία της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους στο εν λόγω άλλο κράτος.

3.       Επιλογή δικαίου

Ο κανονισμός παρέχει τη δυνατότητα επιλογής του δικαίου ενός από τα κράτη του οποίου τουλάχιστον ένας από τους συζύγους είναι υπήκοος ή του δικαίου της συνήθους διαμονής του κατά τον χρόνο της επιλογής (άρθρο 22). Αυτή η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή.

Για να είναι έγκυρη η επιλογή, πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως

       Τυπικές προϋποθέσεις: η συμφωνία επιλογής πρέπει να είναι γραπτή, να φέρει ημερομηνία και να υπογράφεται και από τους δύο συζύγους. Προστίθενται ορισμένες προϋποθέσεις για ειδικές περιπτώσεις (άρθρο 23), για παράδειγμα όταν οι σύζυγοι κατοικούν σε διαφορετικά κράτη μέλη.

      Υλικές προϋποθέσεις: η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ουσίας υπόκεινται στο δίκαιο που επιλέγουν οι σύζυγοι ως εφαρμοστέο στο περιουσιακό καθεστώς των συζύγων (άρθρο 24).

4.       Τα χαρακτηριστικά του εφαρμοστέου δικαίου

Ο κανονισμός διακρίνει διάφορες αρχές σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των ζευγαριών με αλλοδαπά στοιχεία.

Πρώτον, η αρχή της καθολικότητας του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 20 προβλέπει ότι το ορισθέν δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν το δίκαιο αυτό δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους.

Στη συνέχεια, υπάρχει η αρχή της ενότητας του εφαρμοστέου δικαίου. Η αρχή αυτή προβλέπει ότι ο νόμος θα εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ζευγαριού, ανεξάρτητα από τον τόπο (άρθρο 21) ή τη φύση τους.

Υπάρχει επίσης η αρχή του αμετάβλητου του εφαρμοστέου δικαίου. Ορίζεται από το γεγονός ότι το γαμικό καθεστώς καθορίζεται από το εφαρμοστέο δίκαιο από την αρχική στιγμή της τέλεσης του γάμου και δεν τροποποιείται στη συνέχεια.

 

Τέλος, όπως προβλέπει το άρθρο 27 του παρόντος κανονισμού, το εφαρμοστέο δίκαιο στο καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων διέπει διαφορετικούς τομείς: αυτό είναι το πεδίο εφαρμογής του εφαρμοστέου δικαίου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις εξαιρέσεις από το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως η δημόσια τάξη (άρθρο 31) και το αναγκαστικό δίκαιο (άρθρο 30).